επισκευαστός

ἐπισκευαστός, -ή, -όν (Α) [επισκευάζω]
επισκευασμένος, διορθωμένος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπισκευαστόν — ἐπισκευαστός repaired masc acc sg ἐπισκευαστός repaired neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκευαστοῖς — ἐπισκευαστός repaired masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκευαστῆς — ἐπισκευαστός repaired fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκευαστή — ἐπισκευαστός repaired fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκευαστῶς — ἐπισκευαστός repaired adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκευαστῶν — ἐπισκευαστής one who equips masc gen pl ἐπισκευαστός repaired fem gen pl ἐπισκευαστός repaired masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκευασταί — ἐπισκευαστής one who equips masc nom/voc pl ἐπισκευαστός repaired fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκευαστάς — ἐπισκευαστά̱ς , ἐπισκευαστής one who equips masc acc pl ἐπισκευαστά̱ς , ἐπισκευαστής one who equips masc nom sg (epic doric aeolic) ἐπισκευαστά̱ς , ἐπισκευαστός repaired fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκευαστῇ — ἐπισκευαστής one who equips masc dat sg (attic epic ionic) ἐπισκευαστός repaired fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκευαστήν — ἐπισκευαστής one who equips masc acc sg (attic epic ionic) ἐπισκευαστός repaired fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.